Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

14 Ιανουαρίου 2008 (1)

Της Βασιλικής πάντα της άρεσε να διαβάζει. Τα πάντα, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια της. Περιοδικά, μελαγχολικά ποιήματα, ανούσια πολιτικά άρθρα σε εφημερίδες, κριτικές μουσικής, λογοτεχνικά βιβλία, ακόμα και παιδικά παραμύθια. Συνήθιζε να φαντάζεται πως είναι εκείνη ο συγγραφέας του κάθε έργου ή ακόμα καλύτερα πως ήταν γραμμένο για εκείνη. Άλλοτε προσπαθούσε να βιώσει τα συναισθήματα κάποιου ποιητή τις στιγμές της δημιουργίας ή να δει όσα βλέπει κάποιος μυθιστοριογράφος με τη φαντασία του.

Εκείνο το απόγευμα είχε πολύ κρύο και το δέρμα στο πρόσωπό της είχε παγώσει. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παλτού της και κάθισε στο παγκάκι περιμένοντας το λεωφορείο. Ήταν χαμένη στις σκέψεις της, όταν παρατήρησε το βιβλίο που ήταν παρατημένο δίπλα της. Από κάποιον σίγουρα θα είχε παραπέσει. Το κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και σκέφτηκε πως έχει πολύ όμορφο εξώφυλλο. Πορτοκαλί αποχρώσεις, φθινοπωρινές, και ένα-δυο λουλούδια. Το πήρε στα χέρια της. Ας πέθαινα από έρωτα, έγραφε. Πόσο δυνατά και πόσο απόλυτα μπορεί να αγαπήσει κάποιος, ώστε να φτάσει στο σημείο να θελήσει να πεθάνει για να προφυλάξει από τη φθορά του χρόνου το συναίσθημα αυτό, και να το κρατήσει για πάντα μέσα του αναλλοίωτο και αγνό!

Το λεωφορείο φάνηκε στο βάθος του δρόμου. Θα το άφηνε εκεί το βιβλίο, σίγουρα ο ιδιοκτήτης του θα επέστρεφε και θα το αναζητούσε, δεν αφήνει κανείς ένα βιβλίο να χαθεί έτσι. Από την άλλη, κάτι την έσπρωχνε να το κρατήσει, να το διαβάσει. Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά της και η πόρτα άνοιξε. Έριξε το βιβλίο στην τσάντα της και μπήκε μέσα. Δεν είχε καθόλου κόσμο, έτσι κάθισε πίσω στις τελευταίες θέσεις και άνοιξε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα.

«Αυτός όμως είπε….»

«Τι;»

«….Ότι πριν από μένα δεν ήξερε τι θα πει ζωή.»

Μόλις διάβασε αυτές τις λέξεις τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, και γύρισε πίσω. Πολλά χρόνια πριν…

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Άδειες μπαταρίες.

Είμαι άδεια. Αισθάνομαι πως ότι είχα να δώσω, αγάπη, τρυφερότητα, στοργή, τα έδωσα απλόχερα στο μέγιστο βαθμό και είμαι πια κενή. Τρομάζω όταν σκέφτομαι πόσο χρόνο μπορεί να μου πάρει για να εμπιστευθώ ξανά κάποιον και να τον αφήσω να με πλησιάσει. Πόσο λίγο ξέρουμε τελικά αυτούς που πιστεύαμε πως ξέρουμε καλύτερα και από την παλάμη του χεριού μας? Πόσο μπορεί να μας απομακρύνει κάποιος από τους ανθρώπους και πόσο μπορεί να μας εξουθενώσει η προδοσία? Επανήλθα εδώ γιατί μου έλειψε να γράφω. Το δοκίμασα και αλλού αλλά δεν πέτυχε. Και εδώ θα συνεχίσω. Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια που βρήκα μπαίνοντας μετά από δυο χρόνια. Τα διάβασα με προσοχή. Καληνύχτα.