Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

23 Ιανουαρίου 2008 (2)

«Λοιπόν, εγώ θα ήθελα ως πτώμα να επιπλέω στο νερό, με ένα κόκκινο σύννεφο για φόρεμα και πολλά τριαντάφυλλα.»

Αυτή η σκέψη της φάνηκε πολύ ρομαντική. Πάντα φοβόταν τη θάλασσα και το βαθύ σκοτεινό νερό, αλλά αυτό θα το έκανε ευχαρίστως. Έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε πως είναι ντυμένη με ένα κατακόκκινο φόρεμα φτιαγμένο από σύννεφο. Σχεδόν ένιωσε το δροσερό νερό να της χαϊδεύει το δέρμα και να μουσκεύει το ύφασμα. Όχι όμως και τριαντάφυλλα! Τα τριαντάφυλλα είναι το πιο συνηθισμένο λουλούδι του κόσμου και δεν εντυπωσιάζει πια κανέναν. Τότε θυμήθηκε.

Γύρισε πίσω σε ένα μακρινό βράδυ, και περπάτησε ξανά σε κείνο το σκοτεινό δρομάκι. Και ήρθε εκείνος με τα όμορφα χέρια του και με τα μεγάλα του μάτια και της χάρισε το ομορφότερο λουλούδι. Αυτό που θα ταίριαζε τέλεια στην εικόνα της γυναίκας με το κόκκινο φόρεμα που επιπλέει γαλήνια στο νερό. Διάσπαρτα κλαδάκια Ανοιξιάτικου εδώ κι εκεί που γεμίζουν τον αέρα με το υπέροχο, απαλό άρωμα τους. Άψογο. Το δικό της κλαδάκι, αυτό που της είχε χαρίσει εκείνος, έμεινε για χρόνια φυλαγμένο ανάμεσα στις σελίδες του ημερολογίου της, ξερό πια.

«Πόσο μ’ αρέσει να κοιμάμαι μαζί σου!» Μουρμουρίζει, πριν γυρίσει πλευρό και αρχίσει να ροχαλίζει.

Μερικές φορές λέει:

«Αν θέλεις παιδιά, σε παντρεύομαι αμέσως.»

«Εγώ όμως δεν σε παντρεύομαι.» του απαντώ.

«Και εκείνον? Θα τον παντρευόσουν?»

Ένα ναι, βγαίνει από το στόμα μου και θέλει από ντροπή να γυρίσει πάλι μέσα, πολύ βαθιά, στην πιο σκοτεινή γωνιά της καρδιάς μου. Γιατί δεν θα μπορέσω ποτέ να τον παντρευτώ. Γιατί το πολύ πολύ να σταθεί κάποια στιγμή αμίλητος με την ξανθιά σύντροφο του πάνω από τον τάφο μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου